RFF 2026: «Violette»: Όταν η «Αμελί» συναντά τον θάνατο και χάνεται στις ιστορίες των άλλων

Η νέα ταινία του Ζαν-Πιερ Ζενέ διαθέτει την ευαισθησία, την ξέχειλη οπτική φαντασία και την παραμυθένια διάθεση που αγαπήσαμε στο σινεμά του, μόνο που αυτή τη φορά, στην προσπάθειά του να χωρέσει πολλές ζωές μέσα σε μία, κινδυνεύει να του πεθάνει η ίδια η ηρωίδα του.

Βλέποντας τη νέα ταινία του Ζαν-Πιερ Ζενέ, καταλαβαίνεις πόσο εύκολα η «Αμελί» θα μπορούσε να είχε αποδειχθεί καταστροφική, αν είχε παρεκκλίνει έστω και λίγο στον τρόπο με τον οποίο αφηγούνταν τις ιστορίες της. Εκείνη η σχεδόν μαγική ισορροπία ανάμεσα στο παράλογο, το ρομαντικό, το μελαγχολικό και το ανθρώπινο δεν ήταν απλώς ένα σκηνοθετικό τέχνασμα αλλά η ουσία της ταινίας, και κυρίως, πίσω από την ιστορία μιας γυναίκας που ανακάλυπτε την αγάπη, υπήρχε ένα Παρίσι που ο Ζενέ ήξερε πώς να μετατρέψει σε έναν ακόμη πρωταγωνιστή.

Στη «Violette» (γνωστό και ως Changer l’eau des fleurs), [την κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος «Changer l’eau des fleurs» της Βαλερί Περέν], ο δημιουργός επιστρέφει σε έναν κόσμο γεμάτο εκκεντρικούς ανθρώπους, μικρές ανθρώπινες ιστορίες, απρόσμενες συναντήσεις και συναισθηματικές μετατοπίσεις, μόνο που αυτή τη φορά δεν υπάρχει μια πόλη για να ερωτευτούμε· σε σημεία ίσως υπάρχουν άνθρωποι που μπαινοβγαίνουν στη ζωή της κεντρικής ηρωίδας, αφήνοντας ο καθένας ένα μικρό αποτύπωμα αγάπης και πολλές ιστορίες, που κάποια στιγμή δυσκολευόμαστε να θυμηθούμε ποια από όλες είναι εκείνη που πραγματικά παρακολουθούμε.

RFF 2026: «Violette»: Όταν η «Αμελί» συναντά τον θάνατο και χάνεται στις ιστορίες των άλλων

Η Βιολέτ Τουσέν (Λεϊλά Μπεχτί) είναι μια γυναίκα που δεν έχει μάθει ούτε να αγαπά ούτε να αγαπιέται. Η ζωή της περιστρέφεται γύρω από την ευθύνη, τη συνέπεια, την ανάγκη να τηρεί κανόνες και να ανταποκρίνεται σε όσα περιμένουν οι άλλοι από εκείνη. Κουβαλά μια σχεδόν ενστικτώδη σχέση με τον φόβο και μια παράξενη εξοικείωση με την ιδέα του θανάτου· μέχρι που γνωρίζει τον Φιλίπ (Ματίας Σχούναρτς) -κακιά, ψυχρή και ανάποδη να ήταν η ώρα εκ του αποτελέσματος-. Εκείνος δεν έρχεται απαραίτητα για να της προσφέρει τη μεγάλη αγάπη (χα!), της επιτρέπει, όμως, για πρώτη φορά να αισθανθεί πώς θα ήταν να την αποδέχεται κάποιος για το ποια είναι με όλα της τα κουσούρια. Με αυτή την ουσιαστική διαφορά στις αποσκευές της, η σχέση τους προχωρά γνωρίζοντας, σχεδόν από την αρχή, πως η αγάπη είναι σε μεγάλο βαθμό μονόπλευρη (όχι απαραίτητα το ενδιαφέρον, η συντροφικότητα ή η σωματική επιθυμία… Η αγάπη!).

Το πρώτο τους σπίτι, ένα γκαράζ, μοιάζει με έναν χώρο ανορθόδοξου ρομαντισμού, μια μικρή επικράτεια στην οποία η Βιολέτ παραδίδεται στην πιθανότητα της ευτυχίας. Αργότερα η καθημερινότητά τους καθορίζεται από τα δρομολόγια των τρένων. Οι ώρες, οι συναντήσεις και οι μετακινήσεις αποκτούν τη δική τους γεωμετρία, σαν να μπορεί η ζωή να οργανωθεί πάνω σε έναν πίνακα αναχωρήσεων και αφίξεων. Όμως οι άνθρωποι δεν είναι τρένα (τί σας λέω και εγώ!): Δεν έρχονται πάντα στην ώρα τους, ούτε ακολουθούν απαραίτητα την ίδια διαδρομή (σ.σ. οδυνηρή σελίδα αυτή των τραίνων για την Ελληνική πραγματικότητα). Η γέννηση της κόρης τους, της μικρής Λεονίν, αλλάζει τα πάντα για την πρωταγωνίστρια μας και έτσι η Βιολέτ αποκτά έναν καινούριο λόγο ύπαρξης: «Με το μωρό είπα πως δεν θα είμαι ποτέ πια μόνη», είναι μια από τις σκέψεις που συνοψίζουν αυτή τη δεύτερη γέννηση της ηρωίδας· και κάπως έτσι, η γυναίκα που δεν γνώριζε την αγάπη ανακαλύπτει πως η ζωή της μπορεί να αποκτήσει νόημα μέσα από έναν άλλον άνθρωπο. (και εδώ σκάει spoiler alert…) μέχρι που έρχεται η απώλεια και από τις ράγες των τρένων καταλήγουμε στα σύνορα του θανάτου.

RFF 2026: «Violette»: Όταν η «Αμελί» συναντά τον θάνατο και χάνεται στις ιστορίες των άλλων

Η τραγωδία εισβάλλει στη ζωή της Βιολέτ όταν η πεθερά της, με την οποία διατηρεί μια βαθιά προβληματική σχέση, αποφασίζει να πάρει τη μικρή της κόρη σε μια κατασκήνωση. Η επικοινωνία μητέρας και κόρης περιορίζεται σε λιγοστά τηλεφωνήματα, μέχρι που ένα δυστύχημα θα διακόψει οριστικά τη δυνατότητα να ξαναβρεθούν. Η Βιολέτ δεν γνωρίζει ακριβώς τι συνέβη, ποιος ευθύνεται ή ποιες ήταν οι πραγματικές συνθήκες του δυστυχήματος· αδυνατεί ακόμη και να παραστεί στην κηδεία του παιδιού της. Το πένθος παραμένει σε εκκρεμότητα, όπως μια διαδρομή που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.

Η ζωή της θα επανανοηματοδοτηθεί όταν εγκατασταθεί σε ένα νεκροταφείο, αναλαμβάνοντας τη φροντίδα του. Εδώ βρίσκεται ίσως η ωραιότερη σύλληψη της ταινίας -που δυστυχώς δεν θα αξιοποιηθεί στο ακέραιο-. Στην προηγούμενη δουλειά της, η Βιολέτ ήταν επιφορτισμένη με το να εμποδίζει ανθρώπους να διασχίζουν τις σιδηροδρομικές γραμμές από σημεία όπου δεν επιτρεπόταν η πρόσβαση. Στο νεκροταφείο, ένας καλόκαρδος φύλακας θα της εξηγήσει τη διαφορά ανάμεσα στις δουλειές τους: εκείνη εμπόδιζε τους ζωντανούς να περάσουν στην άλλη πλευρά, ενώ εκείνος βοηθά τους νεκρούς να πραγματοποιήσουν το τελευταίο τους πέρασμα. Κάπως έτσι το ένα σύνορο διαδέχεται ένα άλλο σε μια διαδρομή με συνταγογραφημενους σταθμούς στα στάδια του πένθους. Με πιο λαϊκά λόγια, σε αυτό το νέο ταξίδι, δεν υπάρχουν δρομολόγια, καθυστερήσεις ή εισιτήρια επιστροφής.

Μέσα σε αυτόν τον τόπο, που οι περισσότεροι συνδέουμε αποκλειστικά με το τέλος, η Βιολέτ θα αρχίσει ουσιαστικά να ζει. Θα γνωρίσει ανθρώπους που δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν από εκείνη, θα ακούσει ιστορίες αγάπης που επιβιώνουν μετά τον θάνατο και θα ανακαλύψει ότι η φροντίδα των νεκρών είναι, κατά έναν παράδοξο τρόπο, μια πράξη βαθιάς αγάπης προς τους ζωντανούς.

Ανάμεσά στους ανθρώπους που την αποδέχονται ως έχει είναι και μια ηλικιωμένη λεσβία που ταξιδεύει με την εγγονή της (και έχουν γνωριστεί νωρίτερα υπό παράξενες συνθήκες), άνθρωποι που αναζητούν έναν τελευταίο αποχαιρετισμό, μια γάτα που κατοικεί στον τάφο της κόρης της και άλλοι που έχουν ανάγκη απλώς από κάποιον να ακούσει την ιστορία τους.

Στον κόσμο αυτόν, οι μικροί θησαυροί αποκτούν τεράστια σημασία: Δίσκοι, ένα Walkman, κόμικς, προσωπικά αντικείμενα που για έναν ξένο δεν έχουν ιδιαίτερη αξία, αλλά για εκείνον που τα φύλαξε (δηλαδή την ηρωίδα μας που τα κουβαλάει σε μια βαλίτσα) αποτελούν ολόκληρη περιουσία. Είναι οι θησαυροί που βάζουμε επίσης μεταφορικά στο μικρό «βαλιτσάκι της καρδιάς μας», ελπίζοντας ότι θα μας συνοδεύουν ακόμη κι όταν δεν θα μπορούμε πια να τους κουβαλάμε.

Η Βιολέτ ανακαλύπτει σταδιακά και τη δική της σύνδεση με τη Λεονίν: Μαθαίνει να πενθεί, να επιτρέπει στη μνήμη να υπάρχει χωρίς να τη μετατρέπει αποκλειστικά σε τιμωρία, να αναγνωρίζει την παρουσία του παιδιού της στη φύση που αναγεννιέται. Όσο ανθίζει η φύση, το παιδί της θα εξακολουθεί να εμφανίζεται, όπως σοφά θα της πει ο προηγούμενος φροντιστής του νεκροταφείου.

Με αυτές τις λεπτομέρειες, ο Ζενέ αγγίζει κάτι πραγματικά όμορφο: την ιδέα ότι η αποδοχή του θανάτου δεν προϋποθέτει την εγκατάλειψη της αγάπης και για αυτό μπορεί να είναι ο μοναδικός τρόπος για να συνεχίσει αυτή να υπάρχει. Δυστυχώς όμως, η φόρμα επιβάλλεται στις ιστορίες κι έτσι δεν απελευθερώνουν αβίαστα τα ουσιαστικά συναισθήματα. Όντως· όλα αυτά θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον πυρήνα μιας υπέροχης ταινίας, αλλά η αφήγηση στερείται μέτρου και αρχίζει επικίνδυνα να υπερφορτώνεται με τόσες πολλές πληροφορίες, ανατροπές και παράλληλες ιστορίες, που πραγματικά κινδυνεύουν να κάνουν τον εγκέφαλό μας πελτέ.

Ο Φιλίπ, ένας άνθρωπος που μοιάζει να αναζητά κάθε πιθανή ευκαιρία για να εκτονώσει τις σεξουαλικές του ανάγκες, αποκτά μια σειρά από παράλληλες ερωτικές ιστορίες, που δεν γιγαντώνουν τον πήχη της ανοησίας του, απλά δημιουργούν μια λούπα που ηχεί στα αυτιά σου ως «θυμάσαι που είπαμε ότι είναι #$%$^&». Οι γυναίκες με τις οποίες εμπλέκεται αρχίζουν, ηθελημένα ή άθελά τους, να συνδέονται με το δυστύχημα της κόρης του και -εντελώς προσχηματικά- η προσωπική τραγωδία μετατρέπεται σε έναν μηχανισμό αποκαλύψεων, όπου κάθε καινούρια πληροφορία έρχεται να ανατρέψει την προηγούμενη, όπως οφείλουν να κάνουν οι μεξικανικές σαπουνόπερες που σέβονται τις «φουσκαλήθρες» τους.

Και εδώ εμφανίζεται το πραγματικό μάθημα που δεν έγινε πάθημα: Μια ιστορία πένθους που περιλαμβάνει μυστήριο για να τιμήσει το μυθιστόρημα στο οποίο βασίστηκε, καλό είναι να θυμάται ότι άλλο οι «λέξεις» και άλλο ο «Αλέξης». Ο Ζενέ μοιάζει να ενδιαφέρεται τόσο πολύ για όλες τις ιστορίες που έχει να αφηγηθεί, ώστε ξεχνά να προστατεύσει εκείνη που μας έκανε αρχικά να ενδιαφερθούμε για την ταινία του. Η συναισθηματική πορεία της Βιολέτ διαθέτει τρεις πολύ καθαρές πράξεις: την ανακάλυψη της αγάπης, την απώλεια και, τελικά, την αναγέννηση μέσα από την αποδοχή του πένθους. Θα μπορούσε να είναι μια συγκλονιστική διαδρομή από τη μοναξιά στη συντροφικότητα, από την ευτυχία στην απόλυτη συντριβή και από εκεί σε μια νέα, διαφορετική συμφιλίωση με τη ζωή, αντί γι’ αυτό, οι δραματικές εξελίξεις πολλαπλασιάζονται μέχρι που τα ίδια τα δράματα αρχίζουν να λειτουργούν ως προφάσεις για τα επόμενα και κάπως έτσι, το πραγματικό δράμα χαρακτήρων μετατρέπεται σε ένα δράμα σκέτο για τον θεατή, ο οποίος έχει προσέλθει με την προσδοκία να παρακολουθήσει μια ταινία γεμάτη συναισθήματα και βρίσκεται να προσπαθεί να συνδέσει πρόσωπα, απιστίες, συμπτώσεις και αποκαλύψεις με όρους «Άρχοντα των δαχτυλιδιών» (ίσως και «βέρας στο δεξί»). Αυτό είναι και το παράδοξο της «Violette»: όσο περισσότερα μαθαίνουμε για την τραγωδία της ηρωίδας, τόσο λιγότερο χρόνο έχουμε για να τη βιώσουμε μαζί της.

Η τέχνη τού να αφήνεις κάτι να ανθίσει θέλει χρόνο, γνώση και πειραματισμό, θα πει ένας χαρακτήρας μέσα από τις διδαχές που πήρε από τον κήπο που φρόντιζε στο νεκροταφείο… και πόσο δίκιο είχε για τους λάθος λόγους.

Αυτό που προσωπικά με πόνεσε περισσότερο είναι ότι δεν έχουμε μια κακή ταινία αλλά μια «μουγκή κραυγή που αντηχεί σε ένα κόσμο αυτιστικών». Ο Ζενέ εξακολουθεί να διαθέτει εκείνο το σπάνιο ταλέντο να ανακαλύπτει την ποίηση σε αντικείμενα, πρόσωπα και περιστατικά που ένας άλλος δημιουργός θα προσπερνούσε. Η οπτική του γλώσσα παραμένει αναγνωρίσιμη, ενώ η Λεϊλά Μπεχτί καταφέρνει να δώσει στην ηρωίδα της μια τρυφερότητα που συχνά λειτουργεί ως αντίβαρο στις υπερβολές του σεναρίου. Υπάρχει επίσης μια γοητευτική αντίφαση στον τρόπο με τον οποίο η ταινία προσεγγίζει τον θάνατο (εκεί όπου άλλοι βλέπουν έναν τόπο οριστικού αποχωρισμού, ο Ζενέ ανακαλύπτει έναν χώρο κοινωνικότητας, συντροφικότητας και μικρών καθημερινών τελετουργιών, έναν κήπο που χρειάζεται φροντίδα, ένα μέρος όπου οι νεκροί εξακολουθούν να επηρεάζουν τις αποφάσεις των ζωντανών).

Αυτό που όμως δυσκολεύεται να εκφράσει οπτικά είναι πως η ζωή δεν επιστρέφει επειδή ξεχνάμε τους νεκρούς μας, αλλά όταν μαθαίνουμε να τους κουβαλάμε χωρίς να θάβουμε μαζί τους και τον εαυτό μας. Μας το λέει με τις ωραίες και ποιητικές εκφράσεις του βιβλίου, αλλά, δυστυχώς, εδώ δεν έχουμε audio book αλλά οπτικοποιημένη απόδοση της ιστορίας. Πόσο κρίμα λοιπόν που πρέπει να καταβάλουμε τόσο μεγάλη προσπάθεια για να την ανακαλύψουμε.

Επιστρέφοντας στην αρχική σύγκριση, η «Αμελί» δεν έγινε αυτό που έγινε απλώς επειδή διέθετε μια ιδιόρρυθμη ηρωίδα και μια σειρά από αξιαγάπητους δευτερεύοντες χαρακτήρες· εγινε θρύλος διαχρονικός επειδή όλες εκείνες οι μικρές ιστορίες συνέθεταν έναν ενιαίο κόσμο· το Παρίσι εκείνης της εποχής. Ο τόπος δεν ήταν απλώς το σκηνικό, αλλά ο συνδετικός ιστός της αφήγησης. Κάθε παρέκκλιση μας έφερνε, με κάποιον τρόπο, πιο κοντά στην Αμελί. Στη «Violette», αντίθετα, κάθε καινούρια παρέκκλιση κινδυνεύει να μας απομακρύνει από… τη Βιολέτ.

Ίσως, βέβαια, όταν πρωτοείδαμε την «Αμελί», να βρισκόμασταν σε μια ηλικία όπου ο ρομαντισμός χτυπούσε κόκκινο και η ζωή έμοιαζε ακόμη γεμάτη από μικρά θαύματα που περίμεναν να τα ανακαλύψουμε. Σήμερα, έχοντας μεγαλώσει μαζί με το σινεμά του Ζενέ, θα περιμέναμε από τη «Violette» είτε να μας επιστρέψει για λίγο σε εκείνη την αθωότητα είτε να μας οδηγήσει κάπου πιο πέρα, σε έναν ρομαντισμό που έχει πλέον γνωρίσει την απώλεια, την απογοήτευση και τη συμφιλίωση με τον χρόνο. Δυστυχώς, δεν καταφέρνει τίποτα από τα δύο. Αντίθετα, μοιάζει να βιώνει τη δική της κρίση ηλικίας: σαν εκείνους τους ανθρώπους που, περνώντας από τα σαράντα στα πενήντα και τα εξήντα, συνειδητοποιούν ότι ο νεανικός τους εαυτός, τον οποίο για χρόνια προστάτευαν κάτω από την ομπρέλα μιας παρατεταμένης νιότης, αρχίζει οριστικά να απομακρύνεται, και αντί να τον αποχαιρετήσουν, προσπαθούν απεγνωσμένα να τον κρατήσουν ζωντανό, επιστρατεύοντας όλα όσα κάποτε τους έκαναν… γοητευτικούς (και ας είναι πλέον «καλόκαρδοι βαψομαλλιάδες»).

Η «Violette» μοιάζει να υποφέρει από την ίδια αδυναμία. Θέλει να διατηρήσει την παραμυθένια αθωότητα της «Αμελί», ενώ ταυτόχρονα φιλοδοξεί να μιλήσει με την ωριμότητα ενός ανθρώπου που έχει αντικρίσει τον θάνατο, μόνο που η ωριμότητα δεν έρχεται προσθέτοντας περισσότερες τραγωδίες σε ένα παραμύθι, αλλά όταν μαθαίνεις τι πρέπει να εγκαταλείψεις· και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία μιας ταινίας που φλυαρεί διαρκώς για την αποδοχή της απώλειας: η ηρωίδα της καταφέρνει τελικά να αποχαιρετήσει το παρελθόν της… ο δημιουργός της, όχι.

Όλες οι Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο,  στο ertnews.gr
Διάβασε όλες τις ειδήσεις μας στο Google
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου (όχι αυτολεξεί) ή μέρους αυτών μόνο αν:
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος