Την ανάγκη συνταγματικής κατοχύρωσης της ανθρώπινης ευθύνης και του ελέγχου στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης ανέδειξε ο αναπληρωτής καθηγητής Δημοσίου Δικαίου και Οικονομικών Θεσμών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων, Βασίλης Τζέμος. Μιλώντας την Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026 στην ΕΡΤ Βόλου και στην εκπομπή του Γιάννη Ξυνόπουλου, προειδοποίησε για τους κινδύνους που δημιουργεί η ανεξέλεγκτη αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας, επισημαίνοντας ότι οι αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή των πολιτών πρέπει να παραμένουν στα χέρια των ανθρώπων.
Η τεχνητή νοημοσύνη στο επίκεντρο της συνταγματικής αναθεώρησης
Ο Βασίλης Τζέμος χαρακτήρισε την τεχνητή νοημοσύνη ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που ανακύπτουν στη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση. Ανέφερε ότι η κυβερνητική πρόταση κινείται, κατά την εκτίμησή του, σε διακηρυκτικό επίπεδο, ενώ η ταχύτητα των τεχνολογικών εξελίξεων δημιουργεί την ανάγκη για περισσότερο συγκεκριμένες συνταγματικές εγγυήσεις. «Βλέπουμε ότι οι εξελίξεις μάς ξεπερνούν σε όλο τον κόσμο και υπάρχει ένας μεγάλος προβληματισμός των συνταγματολόγων ότι θα πρέπει να γίνει σε επίπεδο Συντάγματος μια κατοχύρωση η οποία να προστατεύει από τους διάφορους κινδύνους που μας φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη», ανέφερε.
Σύμφωνα με τον καθηγητή, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι απλώς να αναγνωριστεί η παρουσία της τεχνητής νοημοσύνης στη σύγχρονη κοινωνία, αλλά να διασφαλιστεί ότι η χρήση της δεν θα περιορίζει θεμελιώδη δικαιώματα ούτε θα οδηγεί στην υποκατάσταση του ανθρώπου από αυτοματοποιημένα συστήματα σε κρίσιμες κρατικές λειτουργίες.

«Δεν μπορεί να ασκείται δημόσια εξουσία μέσω τεχνητής νοημοσύνης»
Ιδιαίτερα σαφής ήταν ο Βασίλης Τζέμος σχετικά με τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στη δημόσια διοίκηση και στη Δικαιοσύνη. Εξήγησε ότι η νέα τεχνολογία μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο υποστήριξης των δημόσιων λειτουργών, όχι όμως να αποκτήσει τον τελικό λόγο σε αποφάσεις που αφορούν τους πολίτες. Ως παράδειγμα συνταγματικής εγγύησης ανέφερε «ότι δεν μπορείτε να ασκείτε δημόσια εξουσία μέσω τεχνητής νοημοσύνης». Και συνέχισε, εξηγώντας ότι στη δημόσια διοίκηση και στη Δικαιοσύνη τις αποφάσεις πρέπει να τις λαμβάνουν άνθρωποι, με την τεχνητή νοημοσύνη να διατηρεί αποκλειστικά βοηθητικό ρόλο. «Οποιαδήποτε άσκηση δημόσιας εξουσίας να γίνεται υπό ανθρώπινο έλεγχο», υπογράμμισε.
Απαντώντας σε ερώτηση του Γιάννη Ξυνόπουλου για το ενδεχόμενο να φτάσουμε σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη θα απονέμει ακόμη και Δικαιοσύνη, ο καθηγητής ανέφερε ότι σε διάφορες χώρες έχουν ήδη πραγματοποιηθεί πειραματικές εφαρμογές αυτοματοποιημένων διαδικασιών για μικροδιαφορές. Επισήμανε ότι τέτοιες πρακτικές δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την ανεξαρτησία της δικαστικής κρίσης και την ανθρώπινη ευθύνη. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελεί μόνο πηγή κινδύνων, καθώς διαθέτει σημαντικές δυνατότητες βελτίωσης της καθημερινότητας. «Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι μόνο κίνδυνος. Έχει και πολλά θετικά. Απλώς τους κινδύνους πιστεύω πρέπει να θωρακιστούμε από αυτούς», σημείωσε.

Οι κίνδυνοι στην υγεία, στη δικηγορία και στην εργασία
Ο αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας τόνισε ότι η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί μια τεχνολογική εξέλιξη που επηρεάζει το σύνολο σχεδόν των επιστημονικών και επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Τη συνέκρινε με σημαντικές τεχνολογικές μεταβολές του παρελθόντος, όπως η διάδοση του ηλεκτρισμού, του τηλεφώνου, του αυτοκινήτου και του διαδικτύου. Για τον λόγο αυτό, υποστήριξε ότι η μελέτη των επιπτώσεών της δεν μπορεί να περιορίζεται σε έναν μόνο επιστημονικό κλάδο, αλλά απαιτεί συνεργασία νομικών, οικονομολόγων, τεχνικών και επιστημόνων πληροφορικής. Παράλληλα, περιέγραψε τους κινδύνους που δημιουργούνται όταν η τεχνητή νοημοσύνη χρησιμοποιείται χωρίς επαρκείς ασφαλιστικές δικλίδες σε δραστηριότητες που απαιτούν εξειδικευμένη ανθρώπινη κρίση.
«Όταν μπαίνουμε σε θέματα ιατρικής διάγνωσης, όταν μπαίνουμε σε θέματα δηλαδή η τεχνητή νοημοσύνη να υποκαταστήσει τον γιατρό, όταν μπαίνουμε σε θέματα νομικής γνωμοδότησης, η τεχνητή νοημοσύνη να υποκαταστήσει τον δικηγόρο, καταλαβαίνουμε ότι αυτό είναι όχι μόνο μη ασφαλές, αλλά είναι μερικές φορές και επικίνδυνο», επισήμανε. Στάθηκε επίσης στους κινδύνους για τα προσωπικά δεδομένα, την ιδιωτικότητα, τις πληροφορίες υγείας και τα εργασιακά δικαιώματα. Αναφέρθηκε σε περιπτώσεις όπου αλγοριθμικά συστήματα χρησιμοποιήθηκαν για την επιλογή εργαζομένων, προκαλώντας προβληματισμό για ενδεχόμενες διακρίσεις και αποκλεισμούς υποψηφίων.
«Χρειάζονται νομικά φρένα, χωρίς τεχνοφοβία»
Ο Βασίλης Τζέμος διευκρίνισε ότι δεν υιοθετεί μια στάση γενικευμένης αντίθεσης απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη. Αντιθέτως, θεωρεί ότι η τεχνολογία έχει ήδη ενσωματωθεί δυναμικά στην κοινωνία και ότι οι νομοθέτες καλούνται να διαμορφώσουν ένα αποτελεσματικό πλαίσιο για την ασφαλή χρήση της. «Για μένα, από την προσωπική μου άποψη, χωρίς να είμαι τεχνοφοβικός, αυτό που είναι κρίσιμο είναι να μπουν ορισμένα νομικά φρένα», ανέφερε. Στη συνέχεια διατύπωσε με σαφήνεια την κεντρική του θέση. «Πρέπει να μιλήσουμε για ενσωμάτωση και όχι για απαγόρευση. Ρυθμισμένη ενσωμάτωση και όχι απαγόρευση». Κατά τον καθηγητή, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να συμβάλει στην ταχύτερη πρόσβαση στην πληροφορία, στην υποστήριξη επαγγελματιών και στην αποτελεσματικότερη λειτουργία υπηρεσιών. Απαραίτητη προϋπόθεση, ωστόσο, είναι να υπάρχουν κανόνες, όρια και μηχανισμοί ελέγχου, ιδιαίτερα όταν διακυβεύονται ατομικά δικαιώματα.

Ο ευρωπαϊκός κανονισμός και η ανάγκη συνταγματικών εγγυήσεων
Ο πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων αναφέρθηκε και στο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο για την τεχνητή νοημοσύνη. Υπενθύμισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη θεσπίσει σχετικό κανονισμό, αναγνωρίζοντας την ανάγκη προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων από εφαρμογές που μπορεί να προκαλέσουν βλάβες ή διακρίσεις. Ο ευρωπαϊκός κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη, γνωστός ως AI Act, τέθηκε σε ισχύ το 2024 και εφαρμόζεται σταδιακά, με σημαντικό μέρος των διατάξεών του να έχει ενεργοποιηθεί από τον Αύγουστο του 2026. Ο Βασίλης Τζέμος υποστήριξε ότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο αποτελεί σημαντικό βήμα, αλλά δεν υποκαθιστά την ανάγκη να εξεταστούν οι θεμελιώδεις εγγυήσεις και σε συνταγματικό επίπεδο. Η σημασία αυτής της προσέγγισης, όπως προκύπτει από την τοποθέτησή του, βρίσκεται στη διασφάλιση ότι η τεχνολογική πρόοδος θα συμβαδίζει με τις αρχές του κράτους δικαίου και την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Ειδικές ρυθμίσεις σε σχολεία, πανεπιστήμια και δημόσιες υπηρεσίες
Στο τέλος της συνέντευξης, ο Γιάννης Ξυνόπουλος επανήλθε στην ανάγκη συνταγματικής προστασίας, εκφράζοντας την έκπληξή του για το γεγονός ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί πλέον να αποτελεί αντικείμενο τόσο θεμελιώδους νομικής συζήτησης. Ο Βασίλης Τζέμος διευκρίνισε ότι μια συνταγματική διάταξη, όσο σημαντική και αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της. «Σίγουρα δεν αρκεί η συνταγματική κατοχύρωση», ανέφερε.
Όπως εξήγησε, θα απαιτηθούν επιμέρους κανόνες για την παιδεία, την εργασία, την υγεία, τα πανεπιστήμια, τα σχολεία, την οικογένεια και τον δημόσιο τομέα. Αναφέρθηκε ακόμη στην αστυνομία, στις εφορίες και στους ελεγκτικούς μηχανισμούς, επισημαίνοντας ότι κάθε τομέας θα πρέπει να διαθέτει κανόνες ανάλογους με τις ιδιαίτερες ανάγκες και τους κινδύνους του. Καταλήγοντας, προειδοποίησε ότι στο μέλλον οι κίνδυνοι για τους πολίτες δεν θα προέρχονται αποκλειστικά από ανθρώπινες πράξεις ή παραδοσιακές κρίσεις, αλλά ενδέχεται να συνδέονται ολοένα περισσότερο με εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και ρομποτικά συστήματα.
Γι’ αυτό, όπως υπογράμμισε, απαιτείται «μια σοβαρή, εξειδικευμένη και μη τεχνοφοβική ρύθμιση των επιμέρους ζητημάτων», ώστε η τεχνολογική πρόοδος να υπηρετεί τον άνθρωπο χωρίς να περιορίζει τα δικαιώματά του.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος