«Από το 1940 μέχρι το 2026 δεν άλλαξαν πολλά πράγματα». Η φράση αυτή του αναπληρωτή καθηγητή Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Στράτου Δορδανά συμπυκνώνει ίσως με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το παράδοξο που κρύβεται πίσω από μια ιστορική έκθεση για το ελληνικό ποδόσφαιρο: προβλήματα που καταγράφηκαν πριν από 86 χρόνια εξακολουθούν, σε μεγάλο βαθμό, να απασχολούν το ελληνικό ποδόσφαιρο σήμερα.
Ο κ. Δορδανάς μιλά στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, με αφορμή το διεθνές επιστημονικό συνέδριο που πραγματοποιείται στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων από την ίδρυση του ΠΑΟΚ και την εισήγησή του με τίτλο «Το εθνικόν μας ποδόσφαιρον εις την σημερινήν του κακοδαιμονίαν – Προτάσεις διά τη βελτίωσιν του ποδοσφαίρου… από το μακρινό παρελθόν».
Αφετηρία της εισήγησής του αποτελεί μια έκθεση που εντόπισε πριν από χρόνια στο Αρχείο Μεταξά, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στην Αθήνα. Η έκθεση, όπως λέει, συντάχθηκε τον Ιούνιο του 1940 από τον Νικόλαο Μπαλτατζή-Μαυροκορδάτο, μια πολυσχιδή προσωπικότητα της εποχής, γιο του Γεώργιου Μπαλτατζή, ο οποίος εκτελέστηκε στη δίκη των έξι, και δισέγγονο του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου.
Παράλληλα, όπως επισημαίνει, ο συντάκτης της, άνθρωπος του αθλητισμού χωρίς ουσιαστική σχέση με το ποδόσφαιρο, ανέλαβε τότε να καταγράψει τα κακώς κείμενα του ελληνικού ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου και να καταθέσει προτάσεις για την αναδιάρθρωση, την εξυγίανση και τον εκσυγχρονισμό του, ώστε να μπορεί να παρακολουθήσει τη διεθνή πρακτική. Η έκθεση προοριζόταν να κατατεθεί στην Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων, της οποίας προήδρευε ο τότε διάδοχος Παύλος. Και εδώ βρίσκεται, σύμφωνα με τον κ. Δορδανά, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του ιστορικού τεκμηρίου.
«Πάρα πολλές ομοιότητες» με το σήμερα
«Αν διαβάσει κανείς αυτή την έκθεση θα βρει πάρα μα πάρα πολλές ομοιότητες σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση του ελληνικού ποδοσφαίρου», σημειώνει, εξηγώντας ότι, με εξαίρεση όσα αφορούν το ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο της εποχής, πολλά από τα στοιχεία που καταγράφονται «όχι απλώς προσομοιάζουν, αλλά είναι σχεδόν αποκαλυπτικά της κατάστασης του σημερινού ελληνικού ποδοσφαίρου».
Στην «καρδιά του κακού», όπως την περιγράφει η έκθεση, βρίσκεται ο παραγοντισμός. «Η έκθεση του Μπαλτατζή-Μαυροκορδάτου κάνει λόγο για την καρδιά του κακού. Επισημαίνει ότι τα περισσότερα δεινά του ελληνικού ποδοσφαίρου προέρχονται από τον παραγοντισμό, από την κακοδαιμονία των Ελλήνων παραγόντων», αναφέρει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η έκθεση περιγράφει παράγοντες που ενεπλάκησαν στο ελληνικό ποδόσφαιρο και το χρησιμοποίησαν ως «ξενιστή», είτε για να αποκτήσουν πρόσβαση στην πολιτική είτε για οικονομικά οφέλη και κέρδος.
«Μιλάει λοιπόν για μια διαπλοκή, για μια δυσοσμία που άρχισε να αναδύεται από την πλευρά των Ελλήνων παραγόντων και την οποία κακοδαιμονία δεν μπόρεσε ούτε καν να αντιμετωπίσει η εποχή εκείνη», σημειώνει.
Το ζήτημα, κατά τον κ. Δορδανά, αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν αναλογιστεί κανείς ότι την περίοδο εκείνη πρόεδρος της ΕΠΟ είχε διατελέσει ο Κωνσταντίνος Κοτζιάς, ο οποίος διετέλεσε και υπουργός.
Από τις ποδοσφαιρικές εκδρομές στη βία των γηπέδων
Η ιστορική έκθεση, ωστόσο, καταγράφει και στοιχεία που δείχνουν πόσο διαφορετική ήταν μια άλλη πτυχή της ποδοσφαιρικής πραγματικότητας. Οι Έλληνες φίλαθλοι ταξίδευαν εκατοντάδες χιλιόμετρα για να παρακολουθήσουν την αγαπημένη τους ομάδα εκτός έδρας. Η έκθεση θεωρούσε μάλιστα θετικό αυτό το φαινόμενο, καθώς οι ποδοσφαιρικές εκδρομές ενίσχυαν τις μεταφορές, τα εστιατόρια και συνολικά την τοπική οικονομία, ενώ είχαν αντίκτυπο στις εφημερίδες, στην αθλητική ύλη και στους αθλητικογράφους της εποχής.
Την ίδια ώρα, όμως, η έκθεση, γραμμένη μέσα στη συγκυρία της 4ης Αυγούστου, σημείωνε ότι σπάνια μέλη του ποδοσφαιρικού κόσμου διέπρατταν πράξεις που μπορούσαν να διωχθούν ποινικά.
Η σύγκριση με το σήμερα είναι για τον κ. Δορδανά δραματική. «Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα έχουμε καταγράψει θύματα, όχι μόνο από συγκρούσεις αλλά από καταδρομικές επιχειρήσεις, από επιθέσεις εναντίον φιλάθλων αντίπαλων ομάδων, δολοφονίες», σημειώνει. Η εξέλιξη αυτή, προσθέτει, δείχνει πως το ποδόσφαιρο δεν μπορεί να αποκοπεί από την κοινωνία που το περιβάλλει.
Για τον καθηγητή, το φαινόμενο δεν αφορά αποκλειστικά το ποδόσφαιρο. «Είναι ένα παγκόσμιο κοινωνικό φαινόμενο», τονίζει, καθώς συνδέεται με την κουλτούρα μιας κοινωνίας, τις συνθήκες διαβίωσης, τη δικαιοσύνη, τον βαθμό ευημερίας, τις ευκαιρίες και το αίσθημα ασφάλειας. Στόχος, όπως λέει, θα έπρεπε να είναι οι άνθρωποι να μπορούν να παρακολουθούν ποδόσφαιρο χωρίς να εξαρτούν από αυτό τη ζωή τους, χωρίς να ομαδοποιούνται σε ομάδες παρανομίας και χωρίς να οδηγούνται σε συμπεριφορές που παραπέμπουν σε συμμορίες. Και κυρίως, να μπορεί μια οικογένεια να επιστρέψει στα γήπεδα. «Όταν θα φτάσουμε στο σημείο να επανεμφανιστούν οι φίλαθλοι των μεγάλων ομάδων στα γήπεδα της αντίπαλης ομάδας, τότε ίσως θα πρέπει να ξαναπιάσουμε την άκρη του νήματος και να δούμε αν πράγματι στην Ελλάδα έχει εμφανιστεί και έχει εγκαθιδρυθεί ένα είδος ποδοσφαιρικής κουλτούρας», λέει.
Ο ίδιος, μάλιστα, αποκαλύπτει ότι έχει σταματήσει εδώ και χρόνια να πηγαίνει στα γήπεδα, παρότι δηλώνει θερμός φίλαθλος. «Θα σας πω κάτι πάρα πολύ υπερβολικό. Το λέω και στους φοιτητές μου. Προτιμώ να πέσω από αεροπλάνο χωρίς αλεξίπτωτο παρά να πάω σε ένα ελληνικό ποδοσφαιρικό γήπεδο», λέει χαρακτηριστικά.
Τα τρία μεγάλα προβλήματα
Ποια είναι όμως τα βασικά προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν; Ο κ. Δορδανάς βάζει πρώτο την ευθύνη της πολιτείας. «Η πολιτεία συνολικά δεν έχει σκύψει ποτέ σοβαρά να εργαστεί στο επίπεδο του επαγγελματικού αθλητισμού και δη του ποδοσφαίρου, για να μπορέσει να εκπαιδεύσει τις νέες γενιές φιλάθλων», υποστηρίζει. Όπως εξηγεί, δεν έχει γίνει η απαραίτητη δουλειά ώστε να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές αιτίες που τροφοδοτούν τα αρνητικά φαινόμενα στα γήπεδα.
Δεύτερο μεγάλο πρόβλημα θεωρεί τις υποδομές. «Δεν έχουν υπάρξει σοβαρά επενδύσεις στις υποδομές. Αν δείτε ποδοσφαιρικά γήπεδα στην επαρχία θα φρίξετε», σημειώνει, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και γήπεδα μεγάλων ομάδων παρουσιάζουν σοβαρές ελλείψεις.
Τρίτος κρίσιμος άξονας είναι οι ακαδημίες και η αξιοποίηση των Ελλήνων ποδοσφαιριστών.Ο καθηγητής θεωρεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τον ΠΑΟΚ, ο οποίος, όπως λέει, έχει αναπτύξει ένα δίκτυο ακαδημιών που δεν περιορίζεται στη Θεσσαλονίκη, αλλά εκτείνεται στη Μακεδονία, συγκροτώντας τμήματα υποδομής και αναδεικνύοντας ταλαντούχους ποδοσφαιριστές που στη συνέχεια μπορούν να αποκτήσουν σημαντική αξία στην ευρωπαϊκή αγορά.
«Μετά τους Big 4, το χάος»
Παρά τις αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών, ο κ. Δορδανάς εκτιμά ότι η εικόνα του ελληνικού ποδοσφαίρου δεν έχει μεταβληθεί στον βαθμό που θα περίμενε κανείς. «Έχουμε ποδοσφαιρικές ομάδες της μίας ταχύτητας και νομίζω ότι δεν υπάρχει δεύτερη στο ελληνικό πρωτάθλημα της πρώτης εθνικής. Μετά τους Big 4, το χάος», σημειώνει.
Την ίδια στιγμή, διαπιστώνει ότι ένα μέρος των νέων έχει αποστασιοποιηθεί από το ποδόσφαιρο. Δεν θεωρεί, όμως, θετικό το να αντιμετωπίζεται η αδιαφορία των νέων για το άθλημα ως κάτι αυτονόητα υγιές. Το ζητούμενο, όπως προκύπτει από τη συζήτηση, είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες ώστε οι νέοι να μπορούν να αγαπούν το ποδόσφαιρο χωρίς να υιοθετούν τη βία και τον φανατισμό.
Ο ΠΑΟΚ «δεν έχει καμία σχέση» με την ομάδα του παρελθόντος
Για τον ΠΑΟΚ, που βρίσκεται στο επίκεντρο του συνεδρίου για τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την ίδρυσή του, ο κ. Δορδανάς είναι σαφής: η ομάδα της Θεσσαλονίκης έχει κάνει «άλματα προς τα μπροστά».
«Ο ΠΑΟΚ των φοιτητικών μου χρόνων δεν έχει καμία σχέση με τον ΠΑΟΚ του σήμερα», λέει, χαρακτηρίζοντάς τον δικαίως μία από τις μεγαλύτερες ομάδες της Ελλάδας. Αναγνωρίζει, πάντως, ότι του λείπει ακόμη η ευρωπαϊκή εμπειρία και παρουσία που απαιτείται, εκτιμώντας ότι αυτό είναι κάτι που μπορεί να κατακτήσει στο μέλλον.
Ο ΠΑΟΚ, όπως σημειώνει, αντιπροσωπεύει μια ολόκληρη πόλη, τη Θεσσαλονίκη, και διαθέτει ένα πολύ μεγάλο αθλητικό δυναμικό.
Ταυτόχρονα, θεωρεί ότι ο οργανισμός ΠΑΟΚ πρέπει να αποβάλει σταδιακά από το DNA του τη διάκριση μεταξύ Βορρά και Νότου και κυρίως το διαχρονικό αίσθημα αδικίας που, όπως λέει, συνδέεται με το παρελθόν.
Και πώς θα αλλάξει το ελληνικό ποδόσφαιρο;
Και ποια θα ήταν τελικά η βασική προϋπόθεση για να αλλάξει το ελληνικό ποδόσφαιρο; Ο κ. Δορδανάς επιστρέφει στην ευθύνη της πολιτείας λέγοντας: «Εδώ, στην περίπτωση της Ελλάδος, συνεχίζει αυτή η ατολμία –στην καλύτερη περίπτωση θα την ονομάσω ατολμία– από την ελληνική πολιτεία να βάλει το μαχαίρι και να το φτάσει μέχρι το κόκαλο».
Και σημειώνει ότι, εάν κανείς δεν θέλει να αντιμετωπίσει τις παθογένειες, το ελληνικό ποδόσφαιρο θα συνεχίσει να βιώνει ξανά και ξανά τα ίδια φαινόμενα. «Εάν δεν θέλει κανείς, τότε για ποια βελτίωση του ελληνικού ποδοσφαίρου μιλάμε;», διερωτάται, υπογραμμίζοντας ότι δεν μπορεί να αποτελεί λόγο υπερηφάνειας μια σειρά από «σπασμωδικές και παρωδικές επιτυχίες» της Εθνικής ομάδας, η οποία αποτελεί τη «βιτρίνα» του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Το ζητούμενο, τελικά, δεν είναι μόνο οι τίτλοι, οι επιτυχίες ή τα χρήματα. Είναι η δημιουργία μιας διαφορετικής ποδοσφαιρικής κουλτούρας. Ενός ποδοσφαίρου στο οποίο ο φίλαθλος θα μπορεί να πηγαίνει στο γήπεδο μαζί με την οικογένειά του, να παρακολουθεί τον αντίπαλο, να διαφωνεί, να πειράζει και να χαμογελά χωρίς να φοβάται.
Και ίσως το πιο παράδοξο συμπέρασμα να βρίσκεται ακριβώς εκεί: μια έκθεση του 1940, γραμμένη για να προτείνει λύσεις στην «κακοδαιμονία» του ελληνικού ποδοσφαίρου, εξακολουθεί 86 χρόνια αργότερα να λειτουργεί ως καθρέφτης του.
ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος