Εκείνος ο Οκτώβρης του ’40 βρήκε τον Τάσο Χαλκιά επίστρατο στα Γιάννινα, στο Μπισδούνι. Στον ώμο το πολυβόλο και στον κόρφο, σαν πολύτιμο φυλαχτό, το κλαρίνο του.
Δεν ήξερε ακόμη πως τους επόμενους μήνες το ένα θα μιλούσε με τη γλώσσα του πολέμου και το άλλο με τη γλώσσα της ζωής.

Του Γιώργου Κοβού
Δυο μέρες πριν από το ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, αξιωματικοί και στρατιώτες είχαν στήσει γλέντι. Ο Χαλκιάς και η μικρή ορχήστρα που είχε φτιάξει με λίγους οργανοπαίχτες συναδέλφους του έπαιζαν και οι φαντάροι χόρευαν.
Ίσως κάποιοι από εκείνους να ήξεραν πως ήταν το τελευταίο τους γλέντι. Ίσως πάλι όχι.
«Χαλκιά, φύλα το κλαρίνο σαν τα μάτια σου, για να πάρουμε χορό στα Τίρανα», του είπε ο λοχαγός του. Και για λίγο, μέσα στη νύχτα, τα Γιάννινα γέμισαν μουσική.
Ύστερα ήρθε η 28η Οκτωβρίου.
Και η μουσική σώπασε.
Οι βόμβες άρχισαν να σκίζουν το πρωινό. Οι σφαίρες έπεφταν σαν βροχή. Οι στρατιώτες πετάχτηκαν από τα κρεβάτια και έτρεξαν στις θέσεις τους. Μόνο ο Τάσος Χαλκιάς κοιμόταν ακόμη. Μισομεθυσμένος από το γλέντι, δεν είχε καταλάβει πως ο πόλεμος είχε ήδη χτυπήσει την πόρτα.
«Ξύπνα, μωρέ σκύλε, κι έχουμε πόλεμο!» του φώναξε ο Σπανομαρίας. «Μπουμπουνίζει, Σπανομαρία. Μπουμπουνίζει κάτω στον Καλαμά», μουρμούρισε μέσα στον ύπνο του. Ύστερα άνοιξε τα μάτια. Σηκώθηκε και πήρε τα όπλα του, πολυβόλο και κλαρίνο. Δυο πράγματα που δεν άφησε στιγμή μέσα στον πόλεμο.
Φτάνοντας στις θέσεις τους, ο Χαλκιάς είδε το πολυβολείο όπου τον είχαν τοποθετήσει. Ήταν ακάλυπτο.
Το κοίταξε και κατάλαβε. «Εδώ μέσα δεν μένω ούτε ένα λεπτό. Κι αν θελήσεις να με κρατήσεις, θα φοβίσω και τα υπόλοιπα παιδιά. Δεν θα είναι ωραίο». Ο ανθυπολοχαγός τον άκουσε. Ίσως ήταν μια από εκείνες τις στιγμές που η ζωή χαρίζει σε έναν άνθρωπο λίγα ακόμη χρόνια. Λίγο αργότερα έπεσε η πρώτη ιταλική βόμβα. Ακριβώς εκεί. Οι δεκαεννέα στρατιώτες που βρίσκονταν μέσα στο πολυβολείο σκοτώθηκαν.
Εκείνο το βράδυ τα Γιάννινα είχαν βυθιστεί στη σιωπή του θανάτου. Οι δεκαεννέα νεκροί ήταν τυλιγμένοι με κουβέρτες. Γύρω τους οι ζωντανοί έκλαιγαν. Κανείς δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Τότε ο Χαλκιάς έκανε κάτι που έμοιαζε με ασέβεια. Έβγαλε το κλαρίνο από τη θήκη. Το συναρμολόγησε. Κάθισε ανακούρκουδα στη βρεγμένη γη. Και άρχισε να παίζει ένα ηπειρώτικο μοιρολόι.
Για τους δεκαεννέα. Για εκείνους που πριν από λίγες ώρες ήταν δίπλα του και τώρα είχαν φύγει. Εκείνη τη νύχτα το κλαρίνο δεν έπαιζε για χορό. Έκλαιγε.

Οι μάχες συνεχίστηκαν.
Και ύστερα ήρθε η ελληνική αντεπίθεση. Το Γ΄ Τάγμα προχώρησε προς το Ύψωμα 669. Βήσσανη, Δελβινάκι, Πωγώνι. Τα βουνά γέμισαν στρατιώτες. Κι εκεί, μέσα στη φωτιά της μάχης, μια βόμβα βρήκε τον Χαλκιά στο πόδι. Έπεσε.
Πέταξε από πάνω του τον γυλιό, θέλοντας να ελαφρύνει το βάρος. Όμως όταν κατάλαβε πως έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσε να περπατήσει, ζήτησε κάτι παράξενο για έναν άνθρωπο που μόλις είχε τραυματιστεί.
«Φέρτε μου τον γυλιό». Μέσα ήταν το κλαρίνο. Το μόνο πράγμα που ήθελε να έχει μαζί του. Τον κουβάλησαν τραυματισμένο για χιλιόμετρα, πίσω στα Γιάννινα. Κι εκείνος κρατούσε το κλαρίνο στην αγκαλιά του. Σαν να κρατούσε ένα κομμάτι από τη ζωή που είχε αφήσει πίσω του.
Στο νοσοκομείο, ψηλά στο κάστρο, ήρθε να τον βρει η οικογένειά του. Η γυναίκα του. Τα δυο τους αγόρια. Και τότε το κλαρίνο άλλαξε ξανά φωνή. Άφησε τα μοιρολόγια. Και άρχισε να κελαηδά.
Έπαιζε για τους τραυματίες. Για τους ακρωτηριασμένους. Για τους ανθρώπους που είχαν αφήσει ένα κομμάτι του σώματός τους στα βουνά. Κι εκείνοι άκουγαν.
Τα νέα από το μέτωπο έφερναν ελπίδα. Ο ελληνικός στρατός προχωρούσε. Οι καμπάνες των Ιωαννίνων χτυπούσαν χαρμόσυνα. Και ανάμεσα στις καμπάνες, ακουγόταν το κλαρίνο του Χαλκιά.
Ο αρχίατρος Πρίντζος περνούσε από τον θάλαμο και τον κοιτούσε αυστηρά. Υποτίθεται πως η μουσική ενοχλούσε τους αρρώστους. Μόνο που, όταν επέστρεφε στο γραφείο του, χτυπούσε ρυθμικά το πόδι του και έλεγε στους νεαρούς γιατρούς: «Καλύτερη θεραπευτική από του Χαλκιά δεν υπάρχει σε όλο τον ντουνιά».
Και ίσως να είχε δίκιο. Γιατί εκείνο το κλαρίνο δεν έπαιζε μόνο νότες. Έδινε στους ανθρώπους έναν λόγο να θυμηθούν πως είναι ακόμη ζωντανοί. Μα ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Και η μοίρα φύλαγε για τον Τάσο Χαλκιά το πιο σκληρό της χτύπημα.

Η οικογένειά του έμενε τότε στη φτωχογειτονιά Ζευγάρια, σε συγγενικό σπίτι. Ήταν 9 Φεβρουαρίου. Οι σειρήνες ούρλιαξαν. Οι άνθρωποι έτρεξαν να κρυφτούν στις στοές του κάστρου και στα πρόχειρα ορύγματα των μπαξέδων. Ανάμεσά τους ο αδελφός του Τάσου, ο Κυριάκος, με τη μικρή του κόρη. Η γυναίκα του και τα υπόλοιπα παιδιά είχαν κρυφτεί αλλού.
Ύστερα ήρθαν οι βόμβες. Κι ύστερα η σιωπή. Ο Κυριάκος βγήκε από το καταφύγιο. Η μικρή του κόρη τον είχε προειδοποιήσει: «Μπαμπά, φύγαν τα αεροπλάνα. Σήκω». Έτρεξε προς τα Ζευγάρια. Μα δεν υπήρχε πια γειτονιά. Μόνο ερείπια. Σπίτια γκρεμισμένα. Σκόνη. Κραυγές. Άνθρωποι που έψαχναν ανθρώπους.
Ο Κυριάκος ρωτούσε παντού για την οικογένεια του αδελφού του. Ένα γεροντάκι τον σταμάτησε. «Λεβέντη, τι ψάχνεις;»
«Τη νύφη μου ψάχνω, μπάρμπα, με τα παιδάκια της».
Ο γέροντας τον κοίταξε.
«Δεν έρχεσαι στον Κουραμπά να δεις μια γυναίκα με μικρά παιδάκια;»
Κι έτσι ξεκίνησαν. Στον Κουραμπά μάζευαν τα πτώματα. Όλα μαζί. Τυλιγμένα σε κουβέρτες. Πρώτη μπήκε η γυναίκα του Κυριάκου. Και ύστερα ακούστηκαν φωνές. Κλάματα. Είχε αναγνωρίσει τη γυναίκα του Τάσου. Λίγο πιο πέρα ήταν τα δυο παιδιά. Η γυναίκα του. Τα παιδιά του. Τρεις ψυχές.
Λίγο αργότερα ο Κυριάκος είδε τον Τάσο να έρχεται. Πήγε κοντά του. Τον αγκάλιασε. «Τάσο, βάσταξε. Έτσι το ’θελε η τύχη μας. Να πάρει και τα παιδιά, να πάρει και τη γυναίκα».
Δεν υπάρχουν πολλές λέξεις για μια τέτοια στιγμή. Και ο Χαλκιάς δεν τις χρειάστηκε. Εκείνο το μεσημέρι πήρε ξανά το κλαρίνο. Και έπαιξε.
Το ίδιο όργανο που λίγους μήνες νωρίτερα είχε αποχαιρετήσει δεκαεννέα στρατιώτες. Το ίδιο όργανο που είχε χαρίσει χαρά στους τραυματίες. Τώρα αποχαιρετούσε τη γυναίκα του και τα δυο παιδιά του. Ένα μοιρολόι για τρεις ψυχές.
Κι εκείνη την ίδια ώρα, λίγα χιλιόμετρα μακριά, ο ελληνικός στρατός προχωρούσε βαθύτερα στην Αλβανία. Κορυτσά. Πρεμετή. Κλεισούρα. Άγιοι Σαράντα. Τεπελένι. Η Ελλάδα πανηγύριζε τις νίκες της.
Και ένας άνθρωπος έχανε τα πάντα.

Το 1943 ο Τάσος Χαλκιάς παντρεύτηκε ξανά. Την ίδια χρονιά γεννήθηκε ο γιος του, ο Λάκης, που μεγάλωσε μέσα στη μουσική και εξελίχθηκε σε σπουδαίο τραγουδιστή και οργανοπαίκτη. Αργότερα ήρθαν η Νίκη και ο Χρήστος, που ακολούθησε κι εκείνος τον δρόμο της μουσικής και έγινε μαέστρος. Η ζωή, με τον δικό της παράξενο τρόπο, συνέχιζε. Κι εκείνος συνέχιζε να παίζει.
Ο Τάσος Χαλκιάς δεν ήταν σπουδαίος μόνο επειδή ήξερε να παίζει κλαρίνο. Το κλαρίνο του ήταν η ίδια του η ζωή. Μέσα του είχαν μείνει τα βουνά της Ηπείρου, οι σύντροφοι που χάθηκαν, το αίμα του πολέμου, ο πόνος του τραυματισμού, οι νύχτες στο μέτωπο, οι χαρές της νίκης και, πάνω απ’ όλα, η απώλεια της γυναίκας και των παιδιών του. Γι’ αυτό ίσως το κλαρίνο του είχε εκείνη τη μοναδική φωνή.
Γιατί δεν έπαιζε απλώς μουσική. Θρηνούσε. Χαιρόταν. Θύμιζε. Κρατούσε ζωντανή τη μνήμη.
Κι όταν ο Τάσος Χαλκιάς το έφερνε στα χείλη του, δεν ήταν μόνο ένας κλαρινίστας που έπαιζε. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε περάσει μέσα από τον πόλεμο και είχε επιστρέψει για να διηγηθεί όσα είδε. Με τον μόνο τρόπο που γνώριζε.
Με το κλαρίνο του.
Το κείμενο στηρίχτηκε σε προσωπικές αφηγήσεις του γιού του Τάσου Χαλκιά, Λάκη, στον Γιώργο Κοβό και στις αφιερωματικές εκπομπές της ΕΡΤ «Σαν Παραμύθι… Τάσος Χαλκιάς — Χορεύοντας στη ζωή και στο μέτωπο» και «Μονόγραμμα — Τάσος Χαλκιάς».
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος